Κυριακή, Σεπτέμβριος 24, 2017

Πολεμικό Μουσείο Ναυπλίου

Με τον ερχομό του Καποδίστρια στο Ναύπλιο ένα από τα βασικότερα μελήματά του ήταν να προβεί στη συγκρότηση τακτικού στρατού. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο συγκρότησε πολεμικό συμβούλιο αναλαμβάνοντας ο ίδιος την προεδρία του, για να ρυθμίσει τα προβλήματα του στρατού και του στόλου. Διόρισε διευθυντή των τακτικών στρατευμάτων το Βαυαρό συνταγματάρχη Έϋδεκ και του ανέθεσε να οργανώσει «Ίδρυμα δια την Στρατιωτικήν και Επιστημονικήν εκπαίδευσιν νέων καλών οικογενειών, οι οποίοι μίαν ημέραν θα κατετάσσοντο εις τον στρατόν ως Αξιωματικοί» .

Ο Καποδίστριας ήταν εκείνος που καθόρισε τους βασικούς στόχους της παιδείας των Ευέλπιδων (οι οποίοι σε όλες τις εποχές προσδιορίζουν την επιδίωξη της υποδομής των νέων στελεχών του στρατού της χώρας). Αυτοί οι στόχοι είναι: η στρατιωτική και κοινωνική αγωγή, η στρατιωτική και επιστημονική κατάρτιση και η θρησκευτική αγωγή.

Τον Ιούλιο του 1828 λειτουργεί η Σχολή Ευελπίδων στο Ναύπλιο με διευθυντή τον Ιταλό λοχαγό Ρ. Στρατέλλι και την εποπτεία του Έϋδεκ και στις 29 Δεκεμβρίου 1828 δημοσιεύεται στην Γενική εφημερίδα της Ελλάδος το πρώτο ψήφισμα σχετικά με τους Ευέλπιδες.

Αρχικά και για λίγους μήνες η Σχολή Ευελπίδων στεγάζεται σε ένα παλιό τουρκικό στρατώνα στη σημερινή πλατεία «Των τριών Ναυάρχων» αλλά κατεδαφίστηκε και η σχολή μεταφέρεται σε μια οικία. Το καλοκαίρι του 1828, η υπ. Αριθμ. 227 «Εθνική Οικία», κατά τη γενική απογραφή του 18292, γνωρίζει μία απροσδόκητη μεταχείριση, η οποία και της προσέδωσε το μνημειακό χαρακτήρα που από τότε τη συνοδεύει: οι χώροι της (υπόγειο, ανώγειο και δύο όροφοι) επιτάσσονται από τον Ιωάννη Καποδίστρια προκειμένου να εγκατασταθεί εκεί η Πρώτη Σχολή Ευελπίδων.

Σε αυτό το σημείο της θα ήταν χρήσιμο να αναφερθεί η άποψη του αρχιστρατήγου ε.α. Χ. Φωτόπουλου , ο οποίος μελετώντας τα Αρχεία2 νεώτερων ιστορικών στοιχείων για το κτίριο του πρώτου μόνιμου στρατώνα των Ευελπίδων στο Ναύπλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στο παρελθόν στο οικόπεδο, στο οποίο σήμερα βρίσκεται το φερόμενο ως Πρώτη Σχολή Ευελπίδων κτίριο, υπήρχαν δύο διαδοχικά και διαφορετικά κτίρια. Σύμφωνα με αυτή την άποψη το οίκημα των Ευελπίδων (το οποίο δεν υπάρχει σήμερα) ήταν πριν από την Ελληνική Επανάσταση στην ιδιοκτησία του Οθωμανού Καραολάνη3 ή Καραϊλάνη.

Μετά την απελευθέρωση της πόλης στις αρχές Δεκεμβρίου του 1822 το κτίριο περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως «Εθνική Οικία». Δεν είναι γνωστή η ακριβής χρονολογία ανέγερσής του.

Το οίκημα το αρχικό ήταν παλιό πέτρινο τριώροφο σπίτι οθωμανικής (Ανατολίτικης) αρχιτεκτονικής, το οποίο καλυπτόταν με κεραμίδια και αποτελείτο από υπόγειο, ανώγειο και δύο ακόμα πατώματα περίπου 180 μ2 το καθένα. Το κτίσμα ήταν , σχεδόν κολλημένο2 στην εσωτερική πλευρά των «κατά την θάλασσαν» τειχών του φρουρίου της πόλης. Ήταν οικοδομημένο σε ένα μεγάλο «Εθνικό» οικόπεδο εμβαδού περίπου 300 μ2, σχήματος ορθογωνίου τριγώνου, του οποίου η μεγάλη κάθετη πλευρά συνέπιπτε ακριβώς με τη βάση της εσωτερικής πλευράς του τείχους.

Ο Καποδίστριας προχωρώντας στη σύσταση του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου προσκάλεσε όλους τους επιφανέστερους αρχηγούς του Αγώνα, πολιτικούς και στρατιωτικούς για να στείλουν τα παιδιά τους στη σχολή. Λίγοι όμως ανταποκρίθηκαν και έτσι οι πρώτοι Ευέλπιδες ήταν 43 και η ποικιλομορφία της ηλικίας και του μορφωτικού επιπέδου, τους έκρινε ακατάλληλους για τη σχολή.

Ο λοχαγός Στρατέλλι κρίθηκε ακατάλληλος για τη διοίκηση της σχολής και έτσι ο κυβερνήτης την ανέθεσε στο Γάλλο λοχαγό του πυροβολικού Πωζιέ, ο οποίος ήταν απόφοιτος της πολυτεχνικής σχολής στο Παρίσι. Γενικά στο γαλλικό στρατό, που είχαν υπό την κατοχή τους όλα τα φρούρια της Πελοποννήσου, οφείλονται οι επιστημονικές έρευνες και εργασίες και κυρίως οι πρώτοι τοπογραφικοί χάρτες.

Στις 28 Δεκεμβρίου 1828 ο λοχαγός Πωζιέ υπέβαλε λεπτομερές σχέδιο νέου οργανισμού της στρατιωτικής σχολής, το οποίο και ενέκρινε και ο Κυβερνήτης . Ταυτόχρονα διορίσθηκαν οι πρώτοι καθηγητές και υπάλληλοι της σχολής2.

Ο Καποδίστριας ανέθεσε στον Πωζιέ αρκετά χρήματα για την επισκευή του αρχικού κτιρίου, καθώς και των άλλων τριών, το Θεραπευτήριο Ευελπίδων, την οικία του Διευθυντή και το κατάλυμα των αξιωματικών που όλα μαζί ονομάστηκαν «Τόποι». Παρά τις επισκευές του το οίκημα αδυνατούσε να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του Σχολείου.

Αρχικά η φοίτηση στη σχολή ήταν τριετής και το πρόγραμμα σπουδών ήταν επηρεασμένο από το αντίστοιχο της γαλλικής Πολυτεχνικής σχολής2. Οι εκπαιδευόμενοι διδάσκονταν στοιχειώδη μαθηματικά, και φυσιογνωστικά, στοιχεία πολεμικής τέχνης, πυροβολικής, τοπογραφίας, οικοδομικής σχεδίασης κτιρίων πολιτικών και στρατιωτικών (φρούρια, οχυρώσεις κ.α.) και σχεδίαση μηχανών. Αργότερα η φοίτηση στη σχολή έγινε οκτώ χρόνια. Από τη Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων, προήλθαν όλοι οι πρώτοι μηχανικοί που σπούδασαν στην Ελλάδα.

Η σχολή λειτούργησε στο κτίριο αυτό για έξι περίπου χρόνια, οπότε και μεταφέρθηκε στις 30 Απριλίου του 1834 στην Αίγινα, καθώς κρίθηκε οριστικά ακατάλληλο να ανταποκριθεί στις ανάγκες στρατωνισμού των Ευελπίδων. Έτσι αποφασίστηκε να μεταφερθεί η Σχολή Ευελπίδων στην Αίγινα στις κτιριακές εγκαταστάσεις του Ορφανοτροφείου και στο οίκημα της Σχολής στο Ναύπλιο να μεταφερθούν εκατό περίπου τρόφιμοι του Ορφανοτροφείου και τριανταεπτά υπάλληλοι του ιδρύματος.

Το Ορφανοτροφείο παρέμεινε στο ίδιο «Εθνικό» κτίριο του Ναυπλίου για δέκα χρόνια, μέχρι το 1844, όπου και έκλεισε οριστικά. Το Δημόσιο προχώρησε στην πώληση της μέχρι τότε «Εθνικής Οικίας» και του οικοπέδου της και ο πρώτος αγοραστής ήταν ο έμπορος Αντώνιος Κουφάδος. Όπως αποδεικνύεται από σχετικά έγγραφα ο αγοραστής αφού κατεδάφισε το μέχρι τότε ερείπιο, όπως άλλωστε φαίνεται από έγγραφο του Υπουργείου Εσωτερικών, υπέβαλε αίτηση στο Δήμαρχο Ναυπλίου για να του καθοριστεί το επιτρεπόμενο για οικοδόμηση τμήμα του οικοπέδου κατά το σχέδιο πόλης που ίσχυε τότε.

Ο ιδιοκτήτης έκανε αυτή την κίνηση προφανώς γιατί γνώριζε ότι μία λωρίδα εδάφους πλάτους 6 – 8 μ της βόρειας πλευράς του οικοπέδου του θα ρυμοτομείτο υποχρεωτικά ως δρόμος, σύμφωνα με το Νόμο «Περί Φρουρίων» που δεν επέτρεπε κτίσματα κοντά στα τείχη της, αλλά την ύπαρξη ελεύθερου δρόμου κατά μήκος της εσωτερικής πλευράς της. Παράλληλα έπρεπε ο ιδιοκτήτης να πάρει και την «ευθυγραμμία» του οικοπέδου επί του εδάφους, δηλαδή να προσδιοριστεί σύμφωνα με το τότε Σχέδιο Πόλεως, επί του αρχικού τριγωνικού οικοπέδου ένα ανάλογο ορθογώνιο ή παραλληλόγραμμο οικοδομήσιμο τμήμα με τους περιβάλλοντες δρόμους.

Μετά από πέντε περίπου χρόνια, το 1861 περίπου, φαίνεται ότι ο Αντώνιος Κουφάδος πούλησε το κτίριο μαζί με το οικόπεδο στον έμπορο Παναγιώτη Καζακόπουλο. Μετά από την διεκπεραίωση αυτών των διαδικασιών ο ιδιοκτήτης προέβη στην ανέγερση του νέου κτιρίου.

Το τριώροφο επιβλητικό οικοδόμημα, όπου σήμερα στεγάζεται το Πολεμικό Μουσείο –Παράρτημα Ναυπλίου και το Στρατολογικό Γραφείο Ναυπλίου, βρίσκεται στη διασταύρωση της Λεωφόρου Αμαλίας και της οδού Άγγελου Τερζάκη, κτίσθηκε πιθανότατα κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Έχει εμβαδόν σε κάθε όροφο 182 μ2 ενώ του οικοπέδου περιορίστηκε στα 196μ2 . Είναι οικοδομημένο στην άκρη της παλιάς πόλης, στη διαδρομή του ενετικού επιθαλάσσιου τείχους (φρουρίου) που την περιέβαλε.

Είναι ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά δείγματα της αρχιτεκτονικής της εποχής του, κτισμένο από τεχνίτες της πέτρας, τους περίφημους «πετράδες» και θεμελιωμένο, όπως άλλωστε και τα πρώτα σπίτια της πόλης, πάνω σε δρύινους πισσωμένους πασσάλους, έτσι ώστε να εδράζεται κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο η οικοδομή. Όπως και άλλα, επώνυμα και μη, κτίρια της περιόδου του, ξεχωρίζει για τις μεγάλες διαστάσεις του, το ιδιαίτερο υλικό κατασκευής του (μικρές ακανόνιστες πέτρες με πλίνθους, στέρεα δεμένες μεταξύ τους και μεγάλους πώρινους λίθους στις γωνίες) αλλά και τα καμαρωτά θυρώματα στις εισόδους.

Ένα ακόμα χαρακτηριστικό του οικοδομήματος είναι ότι οι τέσσερις εξωτερικοί τοίχοι του, οι οποίοι φέρουν και το κύριο βάρος της οικοδομής, έγινε προσπάθεια να γίνουν όσο το δυνατό πιο ελαφρείς, γι αυτό το λόγο το πάχος της ελαττώνεται όσο ψηλώνει το κτίσμα.

Το κτίριο χρησιμοποιήθηκε για δεκαετίες ως ιδιωτική κατοικία (οι δύο όροφοι) αλλά και ως χώρος στέγασης καταστημάτων (το ισόγειο). Η κακή κατάσταση που οδηγήθηκε σταδιακά, είχε ως συνέπεια να εγκαταλειφθεί από τις οικογένειες που διέμεναν σε αυτό, ενώ τα καταστήματα παρέμειναν για αρκετές δεκαετίες και πολλά από τα δωμάτιά του μετατράπηκαν σε αποθήκες.

Το 1964 λόγω του ιστορικού ενδιαφέροντος που παρουσιάζει το κτίριο ξεκίνησαν οι διαδικασίες για να αποκτηθεί η κυριότητά του από το Δημόσιο. Η τελευταία ιδιοκτήτρια του συγκεκριμένου κτιρίου ήταν η Αικατερίνη σύζυγος Κωνσταντίνου Κωστούρου, η οποία το κληρονόμησε από το δεύτερο αγοραστή και παππού της (από μητέρα) Καζακόπουλο. Η ίδια σε αναφορά και αίτησή της το 1973 προς τους αρμόδιους υπουργούς της Κυβέρνησης για ανάκληση της πράξεως αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του κτιρίου επισήμανε:

«…Εις την θέσιν εις ήν κείται η σημερινή οικία υπήρχε άλλο όλως κτίσμα διάφορον κατά το σχήμα (εντελώς τριγωνικόν) εις το οποίον ενδεχομένως εστεγάσθη τότε η σχολή. Το κτίσμα εξέλιπε τουλάχιστον από χρόνου πλέον του αιώνος, το δε σήμερον υπάρχον οίκημα, τελείως διάφορον κατά το σχήμα (είναι ορθογώνιον και έχει διάφορον θέσιν, διότι κείται ακριβώς επί των θεσπεισθεισών τω 1834 ρυμοτομικών γραμμών) είναι άλλο και δεν έχει καμίαν σχέσιν της το εκλιπόν και ανύπαρκτον οίκημα της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων».

Επίσης προσκόμισε στο Ταμείο Εθνικής Αμύνης αντίγραφο παλιού συμβολαίου από το οποίο προέκυπτε ότι αφενός το ακίνητο είχε περιέλθει στον παππού της από κάποιον Γεώργιο Αθανασάκο και αφετέρου ότι η οικία οικοδομήθηκε από τον πωλητή «ιδίαις δαπάναις».

Προφανώς λόγω έλλειψης περισσότερων στοιχείων δε κατάφερε να υποστηρίξει τον αληθινό ισχυρισμό της και τελικά το 1974 έγινε η απαλλοτρίωση του κτιρίου υπέρ του Ταμείου Ενικής Άμυνας (ΤΕΘΑ) από την Αικατερίνη Κωστούρου. Ταυτόχρονα ανατέθηκε στο Κέντρο Εκπαίδευσης Μηχανικού (ΚΕΜΧ) η εκπόνηση των σχετικών μελετών που απαιτούνταν για τη διάσωση και ανάδειξη του οικήματος. Το 1978 και αφού πρώτα το κτίριο είχε εκκενωθεί πλήρως, άρχισαν οι εργασίες εξωτερικής αναπαλαίωσης και εσωτερικής ανάπλασης.

Παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίσθηκαν κατά την εκτέλεσή της, λόγω της ιστορικότητας και της παλαιότητας του χώρου, οι εργασίες ολοκληρώθηκαν επιτυχώς το 1981 και το οίκημα παραδόθηκε προς χρήση στο Στρατολογικό Γραφείο (στο ισόγειο) και στο Πολεμικό Μουσείο αφού μετέτρεψε τις δύο ορόφους σε εκθεσιακούς χώρους και εξασφάλισε σύγχρονες μουσειακές προδιαγραφές ανάδειξης, προστασίας και συντήρησης των κειμηλίων που διαθέτει, καθώς και τους όρους για τη σωστή και ασφαλή κυκλοφορία των επισκεπτών, το έθεσε σε λειτουργία ως Πολεμικό Μουσείο – Παράρτημα Ναυπλίου.

Το κτίριο της Πρώτης Σχολής Ευελπίδων, το οποίο έχει χαρακτηρισθεί επίσημα από το κράτος Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο, αποτελεί καύχημα, όχι μόνο των στρατιωτικών υπηρεσιών που στεγάζονται σε αυτό, αλλά και ολόκληρης της πόλης του Ναυπλίου.

Pin It